LSJσυνθρίζωGlossσυνθρίζω , = συντέμνω , in aor. συνέθρ[ο]ισε: συνέτεμε , Hsch.συνθρίζω,A.= συντέμνω , inaor. συνέθρ[ο]ισε: συνέτεμε, Hsch.ReferencesHsch.