συνορ-ᾱτικός,ή,όν,
A.
= συνοπτικός , Arr. Epict. 1.6.1 , Ptol. Tetr. 10 , Asp. in EN 140.30 .
συνορ-ᾱτικός , ή , όν , = συνοπτικός , Arr. Epict. 1.6.1 , Ptol. Tetr. 10 , Asp. in EN 140.30 .
συνορ-ᾱτικός,ή,όν,
A.
= συνοπτικός , Arr. Epict. 1.6.1 , Ptol. Tetr. 10 , Asp. in EN 140.30 .