LSJσυρράδιοςGlossσυρράδιος , ον , = νόθος, μικτός, εἰκαῖος , Hsch. ; cf. ὑρράδιος .συρράδιος,ον,A.= νόθος, μικτός, εἰκαῖος , Hsch. ; cf.ὑρράδιος.ReferencesHsch.