LSJσύσπονδοςGlossσύσπονδος , ον , = ὁμόσπονδος , Aeschin. 2.163 (pl., v.l.).σύσπονδος,ον,A.= ὁμόσπονδος , Aeschin. 2.163 (pl., v.l.).ReferencesAeschin. 2.163