LSJσύφαξGlossσύφαξ , ὁ , = γλεῦκος 1 , Hsch. : hence συφακίζω , = ὀπωρίζω , Id.σύφαξ,ὁ,A.= γλεῦκος1 , Hsch. : henceσυφακίζω, = ὀπωρίζω , Id.References1Hsch.Related Lemmasσυφακίζω