σφειλόν: λοξόν, πυκνόν, εὐκίνητον, προσφυές, δριμύ, Hsch. : cf.σφηλόν.
σφειλόν:
Gloss
σφειλόν: λοξόν, πυκνόν, εὐκίνητον, προσφυές, δριμύ , Hsch. : cf. σφηλόν .
σφειλόν: λοξόν, πυκνόν, εὐκίνητον, προσφυές, δριμύ , Hsch. : cf. σφηλόν .
σφειλόν: λοξόν, πυκνόν, εὐκίνητον, προσφυές, δριμύ, Hsch. : cf.σφηλόν.