LSJσωμᾰτουργ-ικόςGlossσωμᾰτουργ-ικός , όν , = σωματοποιός , Procl. in Ti. 1.358 D. , al.σωμᾰτουργ-ικός,όν,A.= σωματοποιός , Procl. in Ti. 1.358D. , al.ReferencesProcl. in Ti. 1.358D.