LSJτᾰλαίμοχθοςGlossτᾰλαίμοχθος , ον , = ταλαίπωρος , Eust. 1735.48 .τᾰλαίμοχθος,ον,A.= ταλαίπωρος , Eust. 1735.48 .ReferencesEust. 1735.48