LSJτηλορόςGlossτηλορός , όν , collat. form of τηλουρός, τηλορὸς ναίω E. El. 251 .τηλορός,όν, collat. form ofA.τηλουρός, τηλορὸς ναίωE. El. 251.ReferencesE. El. 251