LSJτηνεσμόςGlossτηνεσμός , ὁ , f.l. for τεινεσμός in Nic. Al. 382 , Hsch.τηνεσμός,ὁ,A.f.l. for τεινεσμός in Nic. Al. 382 , Hsch.ReferencesNic. Al. 382Hsch.