LSJτολμ-ητικόςGlossτολμ-ητικός , ή , όν , = τολμηρός , in Sup. , Hippod. ap. Stob. 4.1.94 .τολμ-ητικός,ή,όν,A.= τολμηρός , in Sup. , Hippod. ap. Stob. 4.1.94 .ReferencesHippod.Stob. 4.1.94