LSJτορμίονGlossτορμίον , v. τόρμος 11.2 . τορμίς: ἡ δέσποινα, Hsch.τορμίον,A.v. τόρμος11.2 .τορμίς: ἡ δέσποινα,Hsch.References11.2Hsch.Related Lemmasτορμίς: