τρεισκαιδεκ-έτης,ες,
A. thirteen years old,
Lys. 10.4 , AP 12.4 ( Strat. ); alsoτρεισκαιδεχέτης, IG 12(5).303(4).7 (Paros), andτρεισκαιδεκαέτης(q. v.).
thirteen years old,
τρεισκαιδεκ-έτης,ες,
A. thirteen years old,
Lys. 10.4 , AP 12.4 ( Strat. ); alsoτρεισκαιδεχέτης, IG 12(5).303(4).7 (Paros), andτρεισκαιδεκαέτης(q. v.).