LSJτρυγ-ήτριαGlossτρυγ-ήτρια , ἡ , fem. of τρυγητήρ, D. 57.45 , Poll. 1.222 .τρυγ-ήτρια,ἡ, fem. ofτρυγητήρ,D. 57.45 , Poll. 1.222 .