LSJτρῠγῳδ-ικόςGlossτρῠγῳδ-ικός , ή , όν , = κωμῳδικός, χορός Ar. Ach. 886 ; cf. τρυγῳδός.τρῠγῳδ-ικός,ή,όν,A.= κωμῳδικός, χορόςAr. Ach. 886 ; cf.τρυγῳδός.ReferencesAr. Ach. 886