LSJὑλητόμοςGlossὑλητόμος [ῡ] , ον , Dor. ὑλᾱτόμος, = ὑλοτόμος , Theoc. 17.9 .ὑλητόμος [ῡ],ον, Dor.ὑλᾱτόμος,A.= ὑλοτόμος , Theoc. 17.9 .ReferencesTheoc. 17.9