ἀντι-χράω, (χράωB)
A. to be sufficient,only inaor. 1, ὁ ποταμὸς οὐκ ἀντέχρησε τῆ στρατιῆ πινόμενος
Hdt. 7.127
, cf. 187 .
to be sufficient,
ἀντι-χράω, (χράωB)
A. to be sufficient,only inaor. 1, ὁ ποταμὸς οὐκ ἀντέχρησε τῆ στρατιῆ πινόμενος
Hdt. 7.127
, cf. 187 .