ὑπομάζιος,ον,
A. under the breast, sucking,
μηδ' αὐτῶν τῶν ὑπομαζίων φειδόμενοι
D.S. 34.2
; also as v.l. for ὑπομάσθιος (q. v.).
II. τὸ ὑ. waist-band,
ἄλλην τε πολλὴν περιέκειτο φλυαρίαν ὑπομάζιόν τε καὶ ἀμφωλένιον
Aristaenet. 1.25
(unlessAdj.withφλυαρίαν).