LSJὑπόρρηνοςGlossὑπόρρηνος , ον , ( π̔ήν, ἀρήν ) poet. for ὕπαρνος, Il. 10.216 .ὑπόρρηνος,ον, (π̔ήν, ἀρήν) poet. forὕπαρνος,Il. 10.216 .