ὑπόσπονδος,ον, (σπονδή)
A. under a truceortreaty, secured by treaty,
ὑπόσπονδοί τε ἔφασαν εἶναι ἕτοιμοι . . ἐκχωρὴσαι ἐκ τῆς νήσου
Hdt. 3.144
; ὑ. ἐξέρχονται ἐκ τῆς χώρης
Id. 5.72
, cf. 126 ; κατελθεῖν ἐπὶ τὰ ἑωυτοῦ ὑ.
Id. 6.103
, cf. E. Ph. 81 ; ὑ. ἀφιέναι τοὺς ἀφεστῶτας
X. HG 1.2.18
, cf. 2.2.1 ; τὴν Ταυρικὴν ὑ. λαβών
IPE 2.423
(Tanais): esp. in phrases of taking up the dead from a field of battle,τοὺς νεκροὺς ὑ. ἀποδοῦναιto allow a truce for taking up the dead, Th. 1.63 , 6.103 , X. HG 2.4.19 ;τοὺς νεκροὺς ὑ. κομίσασθαι, ἀνελέσθαι,etc., to demand a truce for so doing, which was an acknowledgement of defeat, Th. 2.79 , 4.44 , etc.