χαλκεο-μήστωρ,ορος,ὁ,
A. skilled in arms, χαλκεομήστορος Ἕκτορος,restored by Burges in E. Tr. 271 (lyr.) from Hsch. (χαλκεομίστωρ: ἰσχυροφόρος,i. e.χαλκεομήστορος: ἰσχυρόφρονος).
skilled in arms,
χαλκεο-μήστωρ,ορος,ὁ,
A. skilled in arms, χαλκεομήστορος Ἕκτορος,restored by Burges in E. Tr. 271 (lyr.) from Hsch. (χαλκεομίστωρ: ἰσχυροφόρος,i. e.χαλκεομήστορος: ἰσχυρόφρονος).