LSJχαλκ-ωμᾶςGlossχαλκ-ωμᾶς , ᾶτος , ὁ , = χαλκωματουργός , PLond. 3.1170v . 244 , 257 (iii A. D.) .χαλκ-ωμᾶς,ᾶτος,ὁ,A.= χαλκωματουργός , PLond. 3.1170v . 244 , 257(iii A. D.).ReferencesPLond. 3.1170v244257