LSJχοίρο-θλιψGlossχοίρο-θλιψ , ῑβος , ὁ , ἡ , sens.obsc. ( χοῖρος 1.2 ), Ar. V. 1364 .χοίρο-θλιψ,ῑβος,ὁ,ἡ, sens.obsc. (A.χοῖρος1.2), Ar. V. 1364 .References1.2Ar. V. 1364