LSJχρῡσεο-στέφᾰνοςGlossχρῡσεο-στέφᾰνος , ον , f.l. for χρυσοστέφανος (q. v.).χρῡσεο-στέφᾰνος,ον,A.f.l. for χρυσοστέφανος (q. v.).