LSJψαύριοςGlossψαύριος or ψαυρός , ὁ , acc. to Hsch. = κονιορτός, φορυτός.ψαύριοςorψαυρός,ὁ, acc. to Hsch.A.= κονιορτός, φορυτός.Related Lemmasψαυρός