ψίζομαι,
A. weep,
ἄ με ψισδομένα κατελίμπανεν
Sapph. Supp. 23.2
;ψιζομένη: κλαίουσα,
Hsch. ;ἔψιδεν: ἔκλαυσεν,Id.; cf.ψίνδεσθαι.
weep,
ψίζομαι,
A. weep,
ἄ με ψισδομένα κατελίμπανεν
Sapph. Supp. 23.2
;ψιζομένη: κλαίουσα,
Hsch. ;ἔψιδεν: ἔκλαυσεν,Id.; cf.ψίνδεσθαι.