LSJὠρητύςGlossὠρητύς , ύος , ἡ , = πήρωσις , Hsch. (Cf. πωρητύς. )ὠρητύς,ύος,ἡ,A.= πήρωσις , Hsch. (Cf.πωρητύς.)ReferencesHsch.