LSJὠσ-τόςGlossὠσ-τός , ή , όν , ̔ὠθέὠ ὠστόν: τὸ ἀποδίωκτον, Hdn. Epim. 103 .ὠσ-τός,ή,όν , ̔ὠθέὠ ὠστόν: τὸ ἀποδίωκτον,Hdn. Epim. 103 .