ἀποπέτομαι,fut.
A.
-πετήσομαι
Ar. Pax 1126
:aor. ἀπεπτάμην, part. -πτάμενος, inf.
-πτάσθαι
Hdt. 7.13
: also ἀπεπτόμην
Ar. Av. 90
;aor.2 ἀπέπτην, 3 pl.
ἀπέπταν
Emp. 2.4
;inf.
ἀποπτῆναι
AP 5.211
( Mel. ):—fly offoraway,esp. of dreams, ᾤχετ' ἀποπτάμενος
Il. 2.71
; ψυχὴ δ' ἠύτ' ὄνειρος ἀποπταμένη πεπότηται