ἀπτέρωτος,ον,
A. unfeathered,of arrows or bolts, IG 2.809e19 .
II. ἀπτέρωτα: ταχέα, αἰφνίδια,
Hsch. ; cf.ἀπτερέως, ἄπτεροςIII.
unfeathered,
ἀπτέρωτος,ον,
A. unfeathered,of arrows or bolts, IG 2.809e19 .
II. ἀπτέρωτα: ταχέα, αἰφνίδια,
Hsch. ; cf.ἀπτερέως, ἄπτεροςIII.