LSJβαλικιώτηςGlossβαλικιώτης ( ϝαλ- ), Cret. for ἡλικιώτης, Hsch. βαλῖνος , v. βάλερος.βαλικιώτης(ϝαλ-), Cret. forἡλικιώτης,Hsch.βαλῖνος,A.v. βάλερος.Related Lemmasβαλῖνος