βῐοτ-εύω,
A. live, Pi. N. 4.6 ; ἀβίωτον χρόνον β.
E. Alc. 243
(lyr.); β. ἀκρατῶς
Arist. EN 1114a16
; φαιδρῶς
X. Cyr. 4.6.6
.
2. get food, αὐτόθεν πολεμοῦντα
Th. 1.11
;liveby or off a thing, ἀπὸ πολέμου
X. Cyr. 3.2.25
; ἀπὸ τῶν ἀκανθῶν
Arist. HA 610a5
.
3. reside, ἐς θάλασσαν
Aret. CD 1.2
;ἐν χώρῃσι θερμῇσιib. 4 .