βῐ́οτ-ος,ὁ, Ep. ,
A.
= βίος
1 ,life, βιότοιο τελευτή
Il. 7.104
, cf. Emp. 15.2 , A. Pers. 360 , al.
II.
= βίος
11 ,means of living, substance, ναῖε δὲ δῶμα ἀφνειὸν βιότοιο
Il. 14.122
; β. κατακείρετε πολλόν
Od. 4.686
; γύαι φέρουσι β. ἄφθονον βροτοῖς
A. Fr. 196
; βιότου κτῆσις
Ar. Av. 718
, cf. Ec. 669 :—in late Prose, PLond. 5.1889
(vi A.D.).