γαργαίρω, (γάργαρα)
A. swarm with, ἀνδρῶν ἀρίστων πᾶσα γ. πόλις
Cratin. 290
, cf. Ar. Fr. 359 ; ἀργυρωμάτων ἐγάργαιρεν ἁ οἰκία
Sophr. 30
(ἐμάρμαιρενcodd. Ath. ): c. dat., πόντος ἐγάργαιρε σώμασιν
Tim. Pers. 107
.
swarm with
γαργαίρω, (γάργαρα)
A. swarm with, ἀνδρῶν ἀρίστων πᾶσα γ. πόλις
Cratin. 290
, cf. Ar. Fr. 359 ; ἀργυρωμάτων ἐγάργαιρεν ἁ οἰκία
Sophr. 30
(ἐμάρμαιρενcodd. Ath. ): c. dat., πόντος ἐγάργαιρε σώμασιν
Tim. Pers. 107
.