γεράσμιος,ον, (γέρας)
A. honouring,
h.Merc. 122 .
II.
= γεραρός ,honoured, E. Ph. 923 ; μάντις
Nic. Th. 613
;aged, ὄσσων
E. Supp. 95
.
honouring,
γεράσμιος,ον, (γέρας)
A. honouring,
h.Merc. 122 .
II.
= γεραρός ,honoured, E. Ph. 923 ; μάντις
Nic. Th. 613
;aged, ὄσσων
E. Supp. 95
.