δαυμάσαι(leg.δαῦσαι): ἐκκαῦσαι,
Hsch.
δαυνίς, dub. sens. in Hdn.Gr. 1.96 .δαύξ, dub. sens. in An.Ox. 3.243 .δαῦτα: λάχανα,
Hsch.
δαυχμός,
A.
v. δαῦκος.
II. δαυχμόν: εὔκαυστον ξύλον δάφνης,
Hsch. , cf. EM 250.20 .
δαυμάσαι (leg. δαῦσαι ) : ἐκκαῦσαι, Hsch. δαυνίς , dub. sens. in Hdn.Gr. 1.96 . δαύξ , dub. sens. in An.Ox. 3.243 . δαῦτα: λάχανα, Hsch. δαυχμός , v. δαῦκος. δαυχμόν: εὔκαυστον ξύλον δάφνης, Hsch. , c
δαυμάσαι(leg.δαῦσαι): ἐκκαῦσαι,
Hsch.
δαυνίς, dub. sens. in Hdn.Gr. 1.96 .δαύξ, dub. sens. in An.Ox. 3.243 .δαῦτα: λάχανα,
Hsch.
δαυχμός,
A.
v. δαῦκος.
II. δαυχμόν: εὔκαυστον ξύλον δάφνης,
Hsch. , cf. EM 250.20 .