δημοκοπ-ικός,ή,όν,
A. oforsuited to a
δημοκόπος, βίος δ.
Pl. Phdr. 248e
; τὸ περὶ ἀνθρώπους δ.
M.Ant. 1.16
: Sup. , App. Hisp.
4. δημόκοπ-ος,ὁ,demagogue,
D.H. 5.65 , D.S. 18.10 , Ph. 2.47 , etc.
of
δημοκοπ-ικός,ή,όν,
A. oforsuited to a
δημοκόπος, βίος δ.
Pl. Phdr. 248e
; τὸ περὶ ἀνθρώπους δ.
M.Ant. 1.16
: Sup. , App. Hisp.
4. δημόκοπ-ος,ὁ,demagogue,
D.H. 5.65 , D.S. 18.10 , Ph. 2.47 , etc.