LSJδιαθολόωGlossdarken,διαθολόω,A. darken,ἡ σκιὰ τῆς γῆς δ. τὸ φέγγοςPlu. Daed. 4:— Pass. , τῆς θαλάσσης διαθολωθείσηςId. 2.978b.ReferencesPlu. Daed. 4Id. 2.978b