διαμνημον-ικός,ή,όν,
A. having a good memory,
Suid.
S. V.ἀνελέγετο: —also in formδιαμνημον-ητικός, Id. s.v. Ἀπολλώνιος Τυανεύς.
having a good memory,
διαμνημον-ικός,ή,όν,
A. having a good memory,
Suid.
S. V.ἀνελέγετο: —also in formδιαμνημον-ητικός, Id. s.v. Ἀπολλώνιος Τυανεύς.