δῐδάσκᾰλ-ος,ὁ(but fem., h.Merc. 556 , A. Pr. 110 , cf.
A.
ξυμφορὴ γίνεται δ.
Democr. 76
; πενία ἐπινοιῶν δ.
Secund. Sent. 10
),teacher, master, μαντείης h.Merc.l.c.; δ. τέχνης πάσης βροτοῖς
A. Pr.
l.c.; δεινῶν ἔργων
Lys. 12.78
; πόλεμος βίαιος δ.
Th. 3.82
;διδάσκαλον λαβεῖνgeta master,[ S. ] Fr. 1120.8 ;εἰς διδασκάλου(sc.οἶκον)φοιτᾶνgo toschool,
Pl. Alc. 1.109d , etc.;διδασκάλωνorἐκ διδασκάλων ἀπαλλαγῆναιleaveschool,
Id. Grg. 514c , Prt. 326c ;ἐν διδασκάλωνatschool,
Id. Alc. 1.110b .