διέκ-πλοος, contr.
διέκπλους,ὁ,
A. passage, τῶν βραχέων throughthe shallows, Hdt. 4.179 ; δ. ὑπόφαυσιν καταλιπεῖν
Id. 7.36
, cf. Pl. Criti. 115e .
II. breaking the enemy's linein a sea-fight, δ. ποιεύμενος
Hdt. 6.12
, cf. Th. 1.49 , 7.36 .
passage,
διέκ-πλοος, contr.
διέκπλους,ὁ,
A. passage, τῶν βραχέων throughthe shallows, Hdt. 4.179 ; δ. ὑπόφαυσιν καταλιπεῖν
Id. 7.36
, cf. Pl. Criti. 115e .
II. breaking the enemy's linein a sea-fight, δ. ποιεύμενος
Hdt. 6.12
, cf. Th. 1.49 , 7.36 .