διομολογ-ία,ἡ,
A. agreement, contract,
δ. ποιεῖν περί τινος
Is. 11.21
, 23 ; γίνεται δ. τῆς ὑπουργίας
Arist. EN 1164a34
.
agreement, contract,
διομολογ-ία,ἡ,
A. agreement, contract,
δ. ποιεῖν περί τινος
Is. 11.21
, 23 ; γίνεται δ. τῆς ὑπουργίας
Arist. EN 1164a34
.