εἰρο-πόκος,ον,
A. wool-fleeced, woolly, εἰροπόκοις ὀί̈εσσιν
Il. 5.137
; εἰροπόκων ὀί̈ων
Od. 9.443
, Theoc. 8.9 , cf. Hes. Op. 234 .
wool-fleeced, woolly
εἰρο-πόκος,ον,
A. wool-fleeced, woolly, εἰροπόκοις ὀί̈εσσιν
Il. 5.137
; εἰροπόκων ὀί̈ων
Od. 9.443
, Theoc. 8.9 , cf. Hes. Op. 234 .