ἀκοράζεσθαι: ἀκροᾶσθαι, Hsch. (i.e.ἀκο ϝάζεσθαι).ἀκοραῖος: βλαβερός, ἀνωφελής, Id.
ἀκοράζεσθαι:
Gloss
ἀκοράζεσθαι: ἀκροᾶσθαι , Hsch. (i.e. ἀκο ϝάζεσθαι ). ἀκοραῖος: βλαβερός, ἀνωφελής , Id.
ἀκοράζεσθαι: ἀκροᾶσθαι , Hsch. (i.e. ἀκο ϝάζεσθαι ). ἀκοραῖος: βλαβερός, ἀνωφελής , Id.
ἀκοράζεσθαι: ἀκροᾶσθαι, Hsch. (i.e.ἀκο ϝάζεσθαι).ἀκοραῖος: βλαβερός, ἀνωφελής, Id.