ἐνίσσω, Ep. collat. form ofἐνίπτω,
A. attack, reproach,
ἐκπάγλοις ἐπέεσσιν ἐνισσέμεν
Il. 15.198
; ὀνειδείοισιν ἐνίσσων
22.497
; ἔπεσς' αἰσχροῖσιν ἐνίσσων
24.238
: also generally,maltreal,
ἔπεσίν τε κακοῖσιν ἐνίσσομεν ἠδὲ βολῇσιν
Od. 24.161
:— Pass. ,βαλλόμενος καὶ ἐνισσόμενοςib. 163 .