LSJἀκροῦν:Glossἀκροῦν: ὄρους κορυφή , and ἀκρουνοί: ὅροι ( Maced. ), Hsch.ἀκροῦν: ὄρους κορυφή, andἀκρουνοί: ὅροι( Maced. ), Hsch.Related Lemmasἀκρουνοί: