ἐξημοιβός,όν, (ἐξαμείβω)
A. serving for change, εἵματα δ' ἐξημοιβά changes ofraiment, Od. 8.249 ; τεύχεα
Q.S. 7.437
;ἐξημοιβαί: ἕτεπαι,
Hsch.
ἐξήνεγκα,ἐξήνεγκον, v. ἐκφέρω.
serving for change,
ἐξημοιβός,όν, (ἐξαμείβω)
A. serving for change, εἵματα δ' ἐξημοιβά changes ofraiment, Od. 8.249 ; τεύχεα
Q.S. 7.437
;ἐξημοιβαί: ἕτεπαι,
Hsch.
ἐξήνεγκα,ἐξήνεγκον, v. ἐκφέρω.