ἐξόρ-ιστος,ον,
A. expelled, banished, ἐξόριστος ἀνῃρῆσθαιto be ruinedby banishment,
D. 21.105 : c. gen., τῆς Ἰταλίας
Plb. 2.7.10
; οἰκείων
Porph. Abst. 1.30
.
2. put beyond the borders,of the dead body of a criminal, τὸν . . ἀλιτήριον ἀποκτείναντες ἐ. ἐκ τῆς πόλεως ποιῆσαι
Din. 1.77
.