ἐπαν-ηλογέω,f.l. in
Hdt. 1.90
ἐπανηλόγησε πᾶσαν τὴν ἑωυτοῦ διάνοιαν(leg.ἐπαλιλλόγησεfrom Poll. 2.120 , cf. Hdt. 1.118 ).
ἐπαν-ηλογέω , f.l. in Hdt. 1.90 ἐπανηλόγησε πᾶσαν τὴν ἑωυτοῦ διάνοιαν (leg. ἐπαλιλλόγησε from Poll. 2.120 , cf. Hdt. 1.118 ).
ἐπαν-ηλογέω,f.l. in
Hdt. 1.90
ἐπανηλόγησε πᾶσαν τὴν ἑωυτοῦ διάνοιαν(leg.ἐπαλιλλόγησεfrom Poll. 2.120 , cf. Hdt. 1.118 ).