ἀλανές: ἀληθές, Hsch.
Adv. ἀλανέως: ὁλοσχερῶς( Tarent. ), Id.;ἀϝλανέως, dub. sens., GDI 1156.4 (Elis).ἄλαξ,
A.
v. ἄλξ .
ἀλανές: ἀληθές , Hsch. Adv. ἀλανέως: ὁλοσχερῶς ( Tarent. ), Id.; ἀϝλανέως , dub. sens., GDI 1156.4 ( Elis ). ἄλαξ , v. ἄλξ .
ἀλανές: ἀληθές, Hsch.
Adv. ἀλανέως: ὁλοσχερῶς( Tarent. ), Id.;ἀϝλανέως, dub. sens., GDI 1156.4 (Elis).ἄλαξ,
A.
v. ἄλξ .